Έλεγχος πρόωρης ωοθηκικής ανεπάρκειας – Εμμηνόπαυση

Πρόωρη ωοθηκική ανεπάρκεια

Σε μια γυναίκα με φυσιολογικό έμμηνο κύκλο, με την ηλικία παρατηρείται πτώση του αριθμού ώριμων ωαρίων, διαταραχές της περιόδου, ανεπάρκεια ωοθηκικών ορμονών, ανωορρηξία, μειωμένη γονιμότητα και, τέλος, πλήρης και μη αναστρέψιμη διακοπή του έμμηνου κύκλου, γνωστή ως εμμηνόπαυση, η οποία συνήθως εμφανίζεται περίπου στην ηλικία των 51-52 ετών. Ως πρόωρη ωοθηκική ανεπάρκεια ορίζεται η κατάσταση κατά την οποία παρουσιάζεται απώλεια της φυσιολογικής λειτουργίας των ωοθηκών πριν από την ηλικία των 40. Το αποτέλεσμα είναι η αδυναμία παραγωγής φυσιολογικής ποσότητας οιστρογόνων, η αμηνόρροια και η αύξηση στα επίπεδα γοναδοτροπινών, με κύρια επακόλουθα την υπογονιμότητα και τον αυξημένο κίνδυνο οστεοπόρωσης. Πρόωρη ωοθηκική ανεπάρκεια εκτιμάται ότι θα παρουσιάσουν μία στις 1.000 γυναίκες κάτω των 30 ετών και μία στις 100 μέχρι την ηλικία των 40 ετών. Βασικός παράγοντας κινδύνου είναι το οικογενειακό ιστορικό.

Η πάθηση χαρακτηρίζεται από σημάδια και συμπτώματα που μοιάζουν με αυτά της εμμηνόπαυσης και είναι χαρακτηριστικά της ανεπάρκειας οιστρογόνων:

  • Αμηνόρροια, μειωμένη παραγωγή οιστρογόνων και υψηλά επίπεδα γοναδοτροπινών. Η πρόωρη ωοθηκική ανεπάρκεια αποτελεί το 10% των αιτίων της δευτεροπαθούς αμηνόρροιας (διακοπή της περιόδου μετά την εμφάνισή της).
  • Άστατη έμμηνος ρύση.
  • Εξάψεις.
  • Νυχτερινή εφίδρωση.
  • Κολπική ξηρότητα.
  • Αδυναμία συγκέντρωσης.
  • Μειωμένη σεξουαλική επιθυμία.

Οι αιτίες

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) αναφέρει ότι η πρόωρη ωοθηκική ανεπάρκεια είναι δυνατό να εκδηλώνεται ως αποτέλεσμα πρωτοπαθών δυσλειτουργιών στις ωοθήκες ή να προκαλείται εξαιτίας δευτεροπαθών αιτιών. Έτσι, διακρίνει:

  • Την πρωτοπαθή ωοθηκική ανεπάρκεια, η οποία οφείλεται στην αδυναμία σωστής λειτουργίας των ωοθηκών με παράλληλα υψηλά επίπεδα γοναδοτροπινών, και
  • Τη δευτεροπαθή ωοθηκική ανεπάρκεια, η οποία οφείλεται στην αδυναμία του υποθαλάμου και της υπόφυσης να παράγουν φυσιολογικά επίπεδα γοναδοτροπινών, με αποτέλεσμα την ωοθηκική δυσλειτουργία.

Τα αίτια της πρόωρης ωοθηκικής ανεπάρκειας συνοψίζονται σε παράγοντες που προκαλούν:

1. Εξάντληση των ωοθυλακίων (χαμηλός αρχικός αριθμός ή αυξημένος ρυθμός ατρησίας). Μπορεί να προκληθεί από:

  • Γενετικούς παράγοντες (χρωμοσωμικές ανωμαλίες σε φυλετικά ή αυτοσωμικά χρωμοσώματα).
  • Παράγοντες που δρουν τοξικά στις ωοθήκες (χημειοθεραπείες, ακτινοβολίες).

2. Ελαττωμένη διέγερση – δυσλειτουργία των ωοθυλακίων. Μπορεί να οφείλεται σε:

  • Αυτοανοσία – Αυτοαντισώμαστα κατά του ωοθηκικού ιστού που προκαλούν καταστροφή των ωοθυλακίων. Η πρόωρη ωοθηκική ανεπάρκεια μπορεί να συνοδεύεται από αυτοάνοσα ενδοκρινολογικά νοσήματα (υποθυρεοειδισμό, ανεπάρκεια των επινεφριδίων, σακχαρώδη διαβήτη), έτσι κρίνεται απαραίτητη η ετήσια παρακολούθηση.
  • Μεταλλάξεις των γονιδίων των γοναδοτροπινών και των υποδοχέων τους.
  • Ανεπάρκεια ενζύμων.
  • Φλεγμονές.
  • Άγνωστοι παράγοντες που τροποποιούν τη λειτουργία των ωοθηκών.

Η διάγνωση και η αντιμετώπιση

Για τη διάγνωση της πάθησης, ο γιατρός θα ζητήσει πληροφορίες σχετικά με τα σημάδια που παρατηρεί η γυναίκα (π.χ. διαταραχές του κύκλου), το ατομικό ιστορικό της (π.χ. έκθεση σε ακτινοβολίες) και το οικογενειακό της ιστορικό. Στις εξετάσεις που ενδέχεται να συστήσει περιλαμβάνονται τεστ εκτίμησης πιθανότητας κύησης, ορμονικές μετρήσεις (ωοθυλακιοτρόπος ορμόνη, οιστραδιόλη και προλακτίνη) και καρυότυπος. Η θεραπευτική προσέγγιση εστιάζει κυρίως στα προβλήματα που προκαλούνται από την ανεπάρκεια οιστρογόνων. Συνιστάται ορμονική θεραπεία, αλλά και χορήγηση ασβεστίου και συμπληρωμάτων βιταμίνης D, για να προληφθεί ο κίνδυνος οστεοπόρωσης.

Οι πιθανότητες τεκνοποίησης

Σε ό,τι αφορά την αποκατάσταση της γονιμότητας, δε φαίνεται να υπάρχει θεραπεία. Η δωρεά ωαρίων έχει δώσει τη λύση σε πολλά ζευγάρια που αντιμετωπίζουν το πρόβλημα και αποφασίζουν να προχωρήσουν σε εξωσωματική γονιμοποίηση.

Παρ’ όλα αυτά, είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι η πρωτοπαθής ανεπάρκεια μπορεί να είναι αναστρέψιμη με το σωστό χειρισμό και, μάλιστα, η κατάλληλη θεραπεία είναι δυνατό να οδηγήσει σε εγκυμοσύνη.

  Η έγκαιρη διάγνωση της πρόωρης ωοθηκικής ανεπάρκειας είναι σημαντική για την πρόληψη των επακόλουθων συμπτωμάτων. Επιπλέον, η εκτεταμένη έρευνα δίνει λύσεις στην αποτελεσματικότερη αντιμετώπισή τους.

 

Εμμηνόπαυση

Ορισμός

Ως εμμηνόπαυση ορίζεται η οριστική διακοπή της έμμηνου ρύσεως της γυναίκας που σχετίζεται με την εξάντληση των ωοθυλακίων της ωοθήκης. Στατιστικά ο μέσος όρος ηλικίας είναι τα 51 έτη. Η έναρξη της τοποθετείται ένα χρόνο μετά την τελευταία περίοδο.

Η εμμηνόπαυση είναι μια απολύτως φυσιολογική διαδικασία η οποία αν και συνεπάγεται το τέλος της αναπαραγωγικής ζωής της γυναίκας η σεξουαλική ζωή μπορεί να παραμείνει υγιής για πολλά χρόνια ακόμα.

H περίοδος από την αναπαραγωγική ηλικία μέχρι την εμμηνόπαυση ονομάζεται κλιμακτήριος ή περιεμμηνόπαυση και μπορεί να διαρκέσει από μερικούς μήνες μέχρι και μερικά χρόνια και παρουσιάζει μεγάλες διακυμάνσεις τόσο ως προς την έναρξη όσο και ως προς την διάρκεια και την ένταση των συμπτωμάτων που βιώνει κάθε γυναίκα ξεχωριστά.

Τα κυριότερα συμπτώματα (κάποιες γυναίκες μπορεί να μην έχουν καθόλου ή πολύ λίγα συμπτώματα) είναι τα εξής :

  • Εξάψεις – νυχτερινές εφιδρώσεις.
  • Μεταπτώσεις στην διάθεση – κυκλοθυμία – κατάθλιψη.
  • Διαταραχές στον ύπνο.
  • Απώλεια Libido ή ελαττωμένη διάθεση για επαφή.
  • Αύξηση σωματικού βάρους.
  • Ξηρότητα στον κόλπο.
  • Οστεοπόρωση.

Tι προτείνεται σε μια γυναίκα για να μειώσει τα συμπτώματα της εμμηνόπαυσης;

  • Γυμναστική
  • Υγιεινή διατροφή
  • Διακοπή καπνίσματος
  • Απώλεια βάρους – διατήρηση φυσιολογικού
  • Λήψη βιταμινών – ασβεστίου

 

Πόσο διάστημα μπορεί μια γυναίκα να παίρνει θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης;

Για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων της εμμηνόπαυσης οι γυναίκες  μπορούν να λαμβάνουν θεραπεία έως και 5 (πέντε) έτη. Για τις πιο πολλές γυναίκες τα συμπτώματα υποχωρούν μέσα στο διάστημα των 5 ετών όποτε η θεραπεία είναι αρκετή αλλά υπάρχουν και γυναίκες που έχουν συμπτώματα που διαρκούν περισσότερο οπότε η συνέχιση των φαρμάκων μπορεί να γίνει υπό προϋποθέσεις και μετά από συζήτηση με τον θεράποντα ιατρό. Ο ετήσιος γυναικολογικός έλεγχος είναι απαραίτητος σε κάθε περίπτωση.